Το ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο σημαντικών αλλαγών, καθώς οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους, αναζητούν χαμηλότερες τιμές και προσφορές, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται η σημασία των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και των ψηφιακών εργαλείων. Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα νέας ανάλυσης της McKinsey & Company, η οποία εξετάζει τις εξελίξεις στην ελληνική αγορά σε συνδυασμό με τις ευρωπαϊκές τάσεις.

Σύμφωνα με τη μελέτη, ο κλάδος έχει αλλάξει περισσότερο τα τελευταία πέντε χρόνια απ’ ό,τι στις δύο προηγούμενες δεκαετίες, με τις επιχειρήσεις να καλούνται να διαχειριστούν αυξημένο λειτουργικό κόστος, έντονο ανταγωνισμό και περιορισμένα περιθώρια κέρδους.

Η έρευνα καταγράφει εννέα βασικές τάσεις που επηρεάζουν την αγορά. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης για τη διαχείριση αποθεμάτων, τις προσωποποιημένες προτάσεις και τη βελτίωση της λειτουργίας των επιχειρήσεων, καθώς και η σταδιακή ενίσχυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας. Αν και το μερίδιό τους στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όλο και περισσότεροι καταναλωτές τα επιλέγουν, θεωρώντας ότι προσφέρουν καλή σχέση ποιότητας και τιμής.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στη μεταβολή της αγοραστικής συμπεριφοράς. Το 63% των Ελλήνων δηλώνει ότι σκοπεύει να μειώσει τις δαπάνες για τρόφιμα, ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, στρεφόμενο κυρίως σε οικονομικότερα προϊόντα και προσφορές. Παράλληλα, οι περισσότεροι καταναλωτές πραγματοποιούν αγορές από περισσότερες από μία αλυσίδες σούπερ μάρκετ, γεγονός που εντείνει τον ανταγωνισμό.

Η μελέτη επισημαίνει ακόμη ότι οι Έλληνες δείχνουν αυξανόμενο ενδιαφέρον για πιο υγιεινές διατροφικές επιλογές, κυρίως φρέσκα προϊόντα και τρόφιμα υψηλής πρωτεΐνης ή χαμηλών θερμίδων, ενώ οι ηλεκτρονικές αγορές τροφίμων εξακολουθούν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές αγορές.

Η McKinsey εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις του κλάδου θα χρειαστεί να επενδύσουν σε τεχνολογία, ψηφιακές υπηρεσίες, προγράμματα πιστότητας, ανάπτυξη προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας και βελτίωση της εφοδιαστικής αλυσίδας. Παράλληλα, προτείνει την αξιοποίηση νέων πηγών εσόδων, όπως οι υπηρεσίες retail media και η επέκταση σε συναφείς δραστηριότητες, ώστε οι αλυσίδες να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε μια αγορά που μεταβάλλεται με ταχείς ρυθμούς.