Η δημοσιοποίηση από τη Eurostat και την ΕΛΣΤΑΤ για τις καλύτερες από το αναμενόμενο δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας το 2025 δημιουργεί νέο περιθώριο κινήσεων για την κυβέρνηση, ενόψει των εξαγγελιών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τον Σεπτέμβριο. Η υπέρβαση του στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα, που φτάνει στο 4,9% του ΑΕΠ αντί για 3,7%, απελευθερώνει σημαντικό δημοσιονομικό χώρο, ο οποίος εκτιμάται συνολικά στα 1,7 δισ. ευρώ για την περίοδο 2025–2027.

Ήδη έχουν ανακοινωθεί μέτρα στήριξης ύψους 500 εκατ. ευρώ, τα οποία αποτελούν την πρώτη δόση επιστροφής του δημοσιονομικού πλεονάσματος στην κοινωνία. Σε αυτά περιλαμβάνονται παρεμβάσεις όπως ενισχύσεις σε νοικοκυριά, επιστροφές ενοικίου και επιδόματα σε οικογένειες και συνταξιούχους. Από το συνολικό διαθέσιμο ποσό απομένουν περίπου 1,2 δισ. ευρώ, με 200 εκατ. να κατευθύνονται σε νέες παρεμβάσεις μέσα στο τρέχον έτος και το υπόλοιπο να «κλειδώνει» για το 2027.

Η οικονομική ανάπτυξη, που εκτιμάται γύρω στο 2%, σε συνδυασμό με τα αυξημένα έσοδα από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενισχύει περαιτέρω τη δημοσιονομική ευελιξία, ενώ παράλληλα αναθεωρούνται προς τα κάτω οι προβλέψεις για το δημόσιο χρέος.

Στο επίκεντρο του σχεδιασμού για τη ΔΕΘ βρίσκονται πλέον τα μέτρα ενίσχυσης επιχειρήσεων και επαγγελματιών. Οι βασικές παρεμβάσεις που εξετάζονται είναι:

  • Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, ένα μέτρο που αποτελεί πάγιο αίτημα της αγοράς, μετά την ήδη κατάργησή του για τους ελεύθερους επαγγελματίες.
  • Μείωση της προκαταβολής φόρου για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η οποία σήμερα φτάνει στο 80% του φόρου εισοδήματος, με στόχο να περιοριστεί το φορολογικό βάρος και να ενισχυθεί η ρευστότητα.
  • Νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών το 2027, πιθανόν μεγαλύτερη από τη μείωση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα που έχει ήδη ανακοινωθεί, με στόχο τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους.

Η συνολική στρατηγική της κυβέρνησης φαίνεται να εστιάζει στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος, αξιοποιώντας τη δημοσιονομική υπεραπόδοση ως «καύσιμο» για στοχευμένες ελαφρύνσεις.