Νέες ανησυχίες για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας προκαλεί η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, με τον ΟΟΣΑ να προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις της κρίσης θα γίνουν αισθητές πολύ πέρα από την περιοχή των συγκρούσεων. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, οι πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και η αύξηση του κόστους παραγωγής αναμένεται να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη και να τροφοδοτήσουν νέο κύμα πληθωρισμού τα επόμενα χρόνια.

Στην τελευταία τριμηνιαία έκθεσή του, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης παρουσιάζει δύο διαφορετικά σενάρια για την παγκόσμια οικονομία, ανάλογα με τη διάρκεια της σύγκρουσης που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν.

Όπως επισημαίνει ο ΟΟΣΑ, ακόμη και στην περίπτωση που οι εχθροπραξίες τερματιστούν σύντομα, οι οικονομικές συνέπειες θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις αγορές για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς θα απαιτηθούν μήνες για την αποκατάσταση των υποδομών και των εμπορικών διαδρομών που έχουν πληγεί.

Πριν από την έναρξη της κρίσης, η παγκόσμια οικονομία εμφάνιζε σημάδια σταθερότητας, με βασικό στήριγμα τις επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες. Ωστόσο, η άνοδος του πληθωρισμού περιορίζει πλέον την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, μειώνει την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και δημιουργεί νέες δυσκολίες στην τροφοδοσία της αγοράς.

Ιδιαίτερα εκτεθειμένες εμφανίζονται οι ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές εισαγωγές της Μέσης Ανατολής. Παράλληλα, πιέσεις δέχονται οι αναπτυσσόμενες οικονομίες αλλά και οι χώρες του Κόλπου. Σύμφωνα με τον οργανισμό, ωστόσο, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν γεωγραφικά, καθώς οι διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού και οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας μεταφέρουν τις επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η απόφαση της Τεχεράνης να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες οδούς μεταφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου παγκοσμίως, έχει ήδη προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις αγορές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ΟΟΣΑ αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη. Στο βασικό σενάριο, όπου η κρίση αποκλιμακώνεται και προχωρούν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις, η ανάπτυξη εκτιμάται στο 2,8% το 2026, με σταδιακή ανάκαμψη στο 3,1% το 2027.

Στο δυσμενές σενάριο, όπου η σύγκρουση παρατείνεται και μέσα στο 2027, η παγκόσμια ανάπτυξη ενδέχεται να περιοριστεί στο 2,1% το 2026 και μόλις στο 1,8% το 2027, αυξάνοντας τον κίνδυνο ύφεσης σε πολλές οικονομίες και οδηγώντας σε υψηλότερη ανεργία.

Παράλληλα, η παρατεταμένη κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας, εντονότερες ελλείψεις προϊόντων και αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί επίσης ότι οι επιπτώσεις μπορεί να επεκταθούν σε στρατηγικούς τομείς, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, μέσω της αύξησης του κόστους λειτουργίας των κέντρων δεδομένων και της περιορισμένης διαθεσιμότητας κρίσιμων υλικών.

Παρά τις προκλήσεις, ο οργανισμός εκτιμά ότι το πιθανότερο σενάριο παραμένει η επίτευξη μιας διπλωματικής λύσης. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, όπου οι γεωπολιτικές εξελίξεις θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές ανάπτυξης των επόμενων ετών.