Σε περίοδο έντονης πίεσης βρίσκεται η ελληνική ρυζοκαλλιέργεια, καθώς οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν συνδυασμό χαμηλών τιμών, αυξημένου κόστους παραγωγής και ισχυρού ανταγωνισμού από φθηνές εισαγωγές τρίτων χωρών. Παρά τις δυσκολίες, το ελληνικό ρύζι παραμένει εξαγώγιμο προϊόν με υψηλή ποιότητα, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΔΟΡΕΛ, Βασίλη Κουκουρίκη.
Τα βασικά προβλήματα του κλάδου περιλαμβάνουν τις χαμηλές τιμές παραγωγού, τις καθυστερήσεις στη φυτοπροστασία και τη μειωμένη εμπορική δραστηριότητα. Η έλλειψη μόνιμων αδειών για ορισμένα φυτοπροστατευτικά αναγκάζει τους παραγωγούς να περιμένουν προσωρινές εγκρίσεις, δημιουργώντας αβεβαιότητα στον αγροτικό σχεδιασμό.
Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική μείωση στις καλλιεργούμενες εκτάσεις, οι οποίες εκτιμάται ότι από 310.000 στρέμματα πέρυσι μπορεί να πέσουν στα 220.000 φέτος, δηλαδή μείωση περίπου 30%. Η παραγωγή αναμένεται να μειωθεί από 250.000 σε περίπου 200.000 τόνους. Περίπου το 70% της παραγωγής εξάγεται, κυρίως προς Μέση Ανατολή και Ευρώπη.
Οι τιμές παραγωγού παραμένουν χαμηλές, γύρω στα 25 λεπτά το κιλό, ενώ το κόστος καλλιέργειας στα ενοικιαζόμενα χωράφια φτάνει τα 400 ευρώ το στρέμμα, με τα έσοδα να υπολείπονται. Οι ενισχύσεις κρίνονται ανεπαρκείς από τους παραγωγούς.
Σημαντικό πλήγμα θεωρούνται οι αδασμολόγητες εισαγωγές από χώρες όπως η Μιανμάρ, το Βιετνάμ και η Καμπότζη, που ρίχνουν τις τιμές στην εγχώρια αγορά. Παρότι η συμφωνία Mercosur προβλέπει περιορισμένες ποσότητες, το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται ήδη στις ασιατικές εισαγωγές.
Ο κλάδος εμφανίζει επίσης κοινωνική φθορά, με αποχώρηση παραγωγών και ακαλλιέργητες εκτάσεις. Η ποιότητα του ελληνικού ρυζιού παραμένει υψηλή, όμως η αγορά καθορίζεται κυρίως από την τιμή, οδηγώντας σε αυξανόμενη απογοήτευση και αβεβαιότητα για το μέλλον της καλλιέργειας.

















