Ένα νέο ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επιχειρεί να φωτίσει ένα κρίσιμο και διαχρονικό ερώτημα της οικονομικής πολιτικής: κατά πόσο οι αλλαγές στους συντελεστές ΦΠΑ μεταφέρονται πράγματι στις τιμές που πληρώνει ο τελικός καταναλωτής και τι σημαίνουν αυτές οι μεταβολές για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Η ανάλυση βασίζεται σε εκτενή επισκόπηση εμπειρικών μελετών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με έμφαση στην περίοδο της ενεργειακής κρίσης και των πληθωριστικών πιέσεων 2022-2023, προσφέροντας μια πιο σύγχρονη εικόνα για το πώς λειτουργεί στην πράξη ο μηχανισμός του ΦΠΑ στην αγορά.

Το ενημερωτικό σημείωμα με τίτλο «Βαθμός μετακύλισης της μεταβολής των συντελεστών του ΦΠΑ στις τιμές και επιπτώσεις στο εισόδημα των νοικοκυριών» εξετάζει ακριβώς αυτό το ζήτημα, αξιοποιώντας την εμπειρική βάση που διαμορφώθηκε από τις προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ που εφαρμόστηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την περίοδο 2022-2023, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και των πληθωριστικών πιέσεων.

Μέσα από την κριτική επισκόπηση 32 εμπειρικών μελετών, οι οποίες αφορούν συνολικά 69 επεισόδια μεταβολής του ΦΠΑ, αναδεικνύεται ότι υπάρχει σημαντική διαφοροποίηση στον βαθμό μετακύλισης ανάλογα με την περίοδο και τις συνθήκες της αγοράς. Τα δεδομένα δείχνουν ότι ο τρόπος με τον οποίο «περνούν» οι φορολογικές αλλαγές στις τελικές τιμές δεν είναι σταθερός, αλλά εξαρτάται από τη δομή και τη δυναμική του οικονομικού περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης, έως και το 2020 ο μέσος βαθμός μετακύλισης των μειώσεων ΦΠΑ στις τιμές διαμορφωνόταν περίπου στο 50%. Με άλλα λόγια, μόνο το μισό περίπου όφελος από μια μείωση φόρου έφτανε τελικά στον καταναλωτή. Αντίθετα, οι πιο πρόσφατες μελέτες που αφορούν την περίοδο 2022-2023 καταγράφουν εντελώς διαφορετική εικόνα, καθώς η μετακύλιση των μειώσεων του ΦΠΑ στις τιμές καταναλωτή είναι σχεδόν πλήρης, κυμαινόμενη από 90% έως και 100%.

Σε ό,τι αφορά τις αυξήσεις των συντελεστών ΦΠΑ, το σημείωμα επισημαίνει ότι η μετακύλιση παραμένει ατελής, με μέσο ποσοστό περίπου 74%. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν μεταφέρουν ολόκληρη την επιβάρυνση στις τελικές τιμές, απορροφώντας ένα μέρος της αύξησης προκειμένου να διατηρήσουν την ανταγωνιστική τους θέση στην αγορά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των μικρών και ατομικών επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Στις περιπτώσεις αυτές, όπως σημειώνεται, το κέρδος της επιχείρησης ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το εισόδημα του νοικοκυριού. Έτσι, το τμήμα του οφέλους από μια μείωση του ΦΠΑ που δεν μετακυλίεται άμεσα στις τιμές δεν χάνεται από το σύστημα, αλλά επιστρέφει έμμεσα στα νοικοκυριά μέσω της αυτοαπασχόλησης και της αγοράς εργασίας.

Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ υποστηρίζει ότι σε οικονομίες όπως η ελληνική, όπου κυριαρχούν οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, η συνολική ωφέλεια προς τα νοικοκυριά από μια μείωση ΦΠΑ είναι συστηματικά μεγαλύτερη από αυτή που αποτυπώνεται μόνο στην άμεση επίδραση στις τιμές καταναλωτή. Με άλλα λόγια, η πραγματική επίδραση στο εισόδημα δεν αποτυπώνεται πλήρως μόνο στα ράφια των καταστημάτων.

Παράλληλα, η ανάλυση αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της δομής της αγοράς. Οι πιο ανταγωνιστικές αγορές εμφανίζουν υψηλότερο βαθμό μετακύλισης των μειώσεων ή αυξήσεων ΦΠΑ, ενώ αντίθετα οι αγορές με ολιγοπωλιακά χαρακτηριστικά τείνουν να «φιλτράρουν» περισσότερο τις αλλαγές αυτές. Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει επίσης η δημόσια προβολή των φορολογικών μέτρων, καθώς και ο βαθμός συντονισμού ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους και την κυβέρνηση.

Τέλος, ως προς τη συνολική αναδιανεμητική επίδραση των μεταβολών του ΦΠΑ, το σημείωμα καταλήγει ότι αυτή είναι σε γενικές γραμμές θετική. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι ο οριζόντιος χαρακτήρας των μειώσεων περιορίζει την αποτελεσματικότητά τους σε σύγκριση με πιο στοχευμένες πολιτικές εισοδηματικής ενίσχυσης, οι οποίες μπορούν να κατευθυνθούν πιο άμεσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες.