Παρά το γεγονός ότι η ακρίβεια συνεχίζει να ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών και να αυξάνει την πίεση στον οικογενειακό προϋπολογισμό, έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) δείχνει ότι το τυπικό καλάθι προϊόντων στα ελληνικά σούπερ μάρκετ παραμένει, κατά μέσο όρο, φθηνότερο σε σύγκριση με αντίστοιχα καλάθια σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών.

Η έρευνα του ΙΕΛΚΑ βασίζεται σε στοιχεία από πλατφόρμες σύγκρισης τιμών σε κάθε χώρα, καθώς και σε τιμοληψίες από αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Η σύγκριση αφορά ένα τυπικό καλάθι προϊόντων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 2026 και αντίστοιχα καλάθια στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Γερμανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία.

Η σύγκριση πραγματοποιείται τόσο με την αξία του ΦΠΑ όσο και χωρίς αυτήν, καθώς οι συντελεστές ΦΠΑ διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα.

Ακριβότερο το καλάθι στις άλλες χώρες

Συνολικά συγκρίθηκαν οι τιμές σε 40 κατηγορίες προϊόντων, με βάση δείγμα άνω των 6.000 τιμών και 48 διαφορετικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ στις εξεταζόμενες ευρωπαϊκές χώρες. Τα στοιχεία προέρχονται από έγκυρες πλατφόρμες σύγκρισης τιμών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και από απευθείας τιμοληψίες σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Στο καλάθι περιλαμβάνονται τόσο επώνυμα προϊόντα όσο και προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Οι τιμές αφορούν αποκλειστικά τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ και όχι άλλα σημεία πώλησης.

Με βάση τη σύγκριση των μέσων τιμών, το καλάθι στην Ελλάδα εμφανίζεται φθηνότερο από όλες τις υπόλοιπες χώρες του δείγματος. Συγκεκριμένα, το μέσο καλάθι είναι ακριβότερο κατά:

  • 29% στη Γερμανία
  • 28% στη Γαλλία
  • 28% στο Ηνωμένο Βασίλειο
  • 12% στην Ιταλία
  • 12% στην Ισπανία
  • 16% στη Ρουμανία
  • 3% στην Πορτογαλία
  • 15% στη Βουλγαρία.

Η εικόνα αλλάζει χωρίς τον ΦΠΑ

Διαφορετική είναι η εικόνα όταν από τις τελικές τιμές αφαιρεθεί ο ΦΠΑ που ισχύει σε κάθε χώρα.

Ακόμη και τότε, ωστόσο, το μέσο καλάθι στις υπόλοιπες χώρες παραμένει ακριβότερο από την Ελλάδα. Η διαφορά διαμορφώνεται σε:

  • 35% στη Γερμανία
  • 36% στη Γαλλία
  • 37% στο Ηνωμένο Βασίλειο
  • 19% στην Ιταλία
  • 21% στην Ισπανία
  • 6% στην Πορτογαλία
  • 22% στη Ρουμανία
  • 11% στη Βουλγαρία.

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, η διαφοροποίηση αυτή συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τους διαφορετικούς συντελεστές ΦΠΑ που εφαρμόζονται στα τρόφιμα και τα ποτά στις εξεταζόμενες χώρες.

Στην Ελλάδα ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ για τα συγκεκριμένα προϊόντα είναι 13%. Σε άλλες χώρες εφαρμόζονται χαμηλότεροι συντελεστές, όπως 0% ή 5% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 5,5% και 10% στη Γαλλία, 4% και 10% στην Ισπανία, 6% και 13% στην Πορτογαλία, 4% και 10% στην Ιταλία, 7% στη Γερμανία και 5% και 11% στη Ρουμανία.

Η βασική διαφορά, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, είναι ότι στην Ελλάδα αρκετά τρόφιμα υπάγονται στον μεσαίο συντελεστή ΦΠΑ 13%, ενώ σε άλλες χώρες αντίστοιχα προϊόντα υπάγονται σε χαμηλότερους συντελεστές, οι οποίοι μπορεί να είναι 6%, 5,5%, 4% ή ακόμη και 0%.

Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις προϊόντων που στην Ελλάδα βρίσκονται στον χαμηλό συντελεστή ΦΠΑ, ενώ σε άλλες χώρες επιβαρύνονται με υψηλότερο συντελεστή. Εξαίρεση αποτελεί η Βουλγαρία, όπου εφαρμόζεται συντελεστής 20% στα είδη που εξετάζονται.

Η Ελλάδα έχει τον δεύτερο υψηλότερο μέσο ΦΠΑ

Στο σύνολο των 40 κατηγοριών προϊόντων, η Ελλάδα καταγράφει, σύμφωνα με την έρευνα, τον δεύτερο υψηλότερο μέσο συντελεστή ΦΠΑ μεταξύ των 10 χωρών που εξετάστηκαν, με 15,7%.

Τον χαμηλότερο μέσο συντελεστή καταγράφει η Ισπανία, με 7%, καθώς σημαντικός αριθμός προϊόντων υπάγεται στον χαμηλό συντελεστή. Στις περισσότερες από τις υπόλοιπες χώρες ο μέσος συντελεστής κινείται στην περιοχή του 9%-10%.

Παράλληλα, το ΙΕΛΚΑ επισημαίνει ότι στα συγκεκριμένα στοιχεία δεν είναι δυνατό να συνυπολογιστεί η επίδραση ειδικών φόρων κατανάλωσης, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του καφέ.

Τι δείχνει η διαχρονική σύγκριση

Σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, το οργανωμένο ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων παρέχει στους καταναλωτές πρόσβαση σε προϊόντα του τυπικού καλαθιού σε χαμηλότερες, κατά μέσο όρο, τιμές σε σχέση με τις χώρες που περιλαμβάνονται στη σύγκριση.

Το Ινστιτούτο αποδίδει την εικόνα αυτή στην προσπάθεια των προμηθευτών και των λιανεμπόρων για συγκράτηση των τιμών τα τελευταία χρόνια.

Όπως αναφέρεται, η συγκεκριμένη τάση, παρά τις επιμέρους διακυμάνσεις, καταγράφεται διαχρονικά στη διάρκεια των τελευταίων 12 ετών, κατά τα οποία πραγματοποιείται η συγκεκριμένη έρευνα. Η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές αγορές δείχνει, σύμφωνα με το ΙΕΛΚΑ, ότι τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα διατηρεί χαμηλότερο μέσο κόστος στο τυπικό καλάθι, με τις επιμέρους διαφορές να μεταβάλλονται ανά περίοδο χωρίς να αλλάζει η γενική εικόνα της ανάλυσης.

Οι παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές

Το ΙΕΛΚΑ επισημαίνει, πάντως, ότι η σύγκριση των τιμών μεταξύ διαφορετικών χωρών δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από μια σειρά παραγόντων που επηρεάζουν το τελικό κόστος των προϊόντων.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • οι συντελεστές ΦΠΑ κάθε χώρας,
  • οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης,
  • το συνολικό επίπεδο φορολογίας,
  • η αγροτική και βιομηχανική παραγωγή,
  • οι καταναλωτικές συνήθειες,
  • η χρήση επώνυμων προϊόντων και προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας,
  • οι καιρικές συνθήκες και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής,
  • το ενεργειακό κόστος,
  • το κόστος καυσίμων και μεταφορών,
  • το μισθολογικό και εργασιακό κόστος,
  • η απόσταση από τα παραγωγικά κέντρα της κεντρικής Ευρώπης,
  • η γεωγραφία κάθε χώρας και το κόστος διανομής,
  • το μέγεθος της αγοράς και η αγοραστική δύναμη,
  • οι οικονομίες κλίμακας στις προμήθειες,
  • η αναλογία μεταξύ οργανωμένου λιανεμπορίου και μικρών εξειδικευμένων σημείων πώλησης,
  • το ισοζύγιο εισαγωγών και εξαγωγών τροφίμων και πρώτων υλών,
  • το κόστος παραγωγής,
  • η παραγωγικότητα της βιομηχανίας και του λιανεμπορίου,
  • καθώς και η εποχικότητα της ζήτησης και της προσφοράς.

Τα στοιχεία τιμών προέρχονται από γνωστά παρατηρητήρια τιμών των χωρών που εξετάστηκαν και συμπληρώνονται, στην περίπτωση της Ελλάδας, από πρωτογενείς τιμοληψίες σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Τα κριτήρια επιλογής των προϊόντων του καλαθιού αποτελούν συνδυασμό των προϊόντων με τις μεγαλύτερες πωλήσεις, αντίστοιχων καλαθιών που χρησιμοποιούνται για συγκρίσεις στο εξωτερικό και της κοινής διαθεσιμότητας των συγκεκριμένων κατηγοριών στις αγορές των χωρών που εξετάζονται.