Η ελληνική οικονομία διατήρησε τη θετική της πορεία κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας ετήσια ανάπτυξη 2%, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από εκείνη της ευρωζώνης, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος.
Η αύξηση του ΑΕΠ στηρίχθηκε κυρίως στις επενδύσεις, οι οποίες είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην ανάπτυξη, ενώ θετικά λειτούργησαν και οι καθαρές εξαγωγές, καθώς και η ιδιωτική κατανάλωση. Αντίθετα, αρνητική ήταν η επίδραση από τη μεταβολή των αποθεμάτων.
Στο μέτωπο των τιμών, ο πληθωρισμός κινήθηκε ανοδικά τους πρώτους μήνες του 2026, κυρίως λόγω της αύξησης του ενεργειακού κόστους. Ωστόσο, τον Ιούνιο καταγράφηκε επιβράδυνση, καθώς μειώθηκαν οι ανατιμήσεις στις υπηρεσίες, την ενέργεια και τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα. Παράλληλα, οι τιμές των κατοικιών συνέχισαν να αυξάνονται, αλλά με πιο ήπιους ρυθμούς, ενώ η αγορά εργασίας διατήρησε τη θετική της εικόνα με περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης.
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ότι ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί στο 1,9% το 2026, θα παραμείνει στο ίδιο επίπεδο το 2027 και θα ενισχυθεί οριακά στο 2% το 2028, διατηρώντας την ελληνική οικονομία σε καλύτερη τροχιά από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Βασικοί πυλώνες ανάπτυξης αναμένεται να είναι η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ η συμβολή των καθαρών εξαγωγών εκτιμάται ότι θα είναι αρνητική.
Η έκθεση επισημαίνει ακόμη ότι, εφόσον αποκλιμακωθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή και συνεχιστεί η πτώση των τιμών ενέργειας και τροφίμων, οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία μπορεί να αποδειχθούν ακόμη πιο ευνοϊκές, με ελαφρώς υψηλότερη ανάπτυξη και χαμηλότερο πληθωρισμό από τις βασικές προβλέψεις.















