Έφεση κατά της απόφασης του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Άμστερνταμ, με την οποία επιδικάστηκε αποζημίωση συνολικού ύψους 111 εκατ. ευρώ στη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης (ΖΜΘ), προτίθεται να ασκήσει η Heineken.
Όπως αναφέρει σε ανακοίνωσή της, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 21 Οκτωβρίου 2026, στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης που αφορά τη Heineken N.V., την ελληνική θυγατρική της, Αθηναϊκή Ζυθοποιία, και τη ΖΜΘ.
Η υπόθεση συνδέεται με την απόφαση της ελληνικής Επιτροπής Ανταγωνισμού το 2015 για πρακτικές της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας κατά την περίοδο 1998-2014. Σε συνέχεια της συγκεκριμένης υπόθεσης, η ΖΜΘ είχε καταθέσει αγωγή διεκδικώντας αποζημίωση για τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη.
Με βάση την απόφαση του δικαστηρίου, η ΖΜΘ δικαιούται αποζημίωση 43 εκατ. ευρώ, ενώ επιπλέον 68 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν σε νόμιμους τόκους. Σύμφωνα με τη Heineken, οι τόκοι αποτελούν περίπου το 61% του συνολικού ποσού, εξέλιξη που αποδίδει στα νόμιμα επιτόκια και στη μεγάλη χρονική διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Γιατί προσφεύγει σε έφεση η Heineken
Η εταιρεία δηλώνει ότι σέβεται τη δικαστική απόφαση και τη διαδικασία, ωστόσο διαφωνεί με σημαντικές πτυχές της κρίσης του δικαστηρίου, κυρίως σε ό,τι αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η εκτίμηση της ζημίας βασίζεται, εν μέρει, σε υποθετικές παραδοχές για τις πωλήσεις, την τιμολόγηση και την κερδοφορία της ΖΜΘ σε ένα εναλλακτικό σενάριο λειτουργίας της αγοράς. Κατά την άποψή της, οι παραδοχές αυτές θα πρέπει να αξιολογηθούν εκ νέου με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα και τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την επίμαχη περίοδο.
Η Heineken θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι το ποσό που επιδικάστηκε δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τους σχετικούς οικονομικούς παράγοντες και επισημαίνει ότι η έφεση αποτελεί το επόμενο νομικό βήμα για την πλήρη επανεξέταση των συγκεκριμένων ζητημάτων.
Κλείνοντας, η εταιρεία επαναλαμβάνει ότι η συμμόρφωση με το δίκαιο του ανταγωνισμού αποτελεί βασικό στοιχείο της εταιρικής διακυβέρνησής της. Όπως σημειώνει, εφαρμόζει πολιτικές συμμόρφωσης, ελεγκτικούς μηχανισμούς και προγράμματα εκπαίδευσης σε όλες τις αγορές όπου δραστηριοποιείται, δηλώνοντας προσηλωμένη στις σχετικές αρχές και υποχρεώσεις.

















