Η έλλειψη χρόνου στην καθημερινότητα οδηγεί ολοένα και περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά στην επιλογή έτοιμων γευμάτων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπουν το σπιτικό φαγητό. Αντίθετα, τα έτοιμα γεύματα φαίνεται να λειτουργούν ως πρακτική λύση για τις απαιτήσεις του σύγχρονου τρόπου ζωής, ενώ η παραδοσιακή μαγειρική εξακολουθεί να κατέχει κυρίαρχη θέση στο οικογενειακό τραπέζι. Αυτό προκύπτει από τη νέα πανελλαδική έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2026 σε δείγμα 800 καταναλωτών.
Η έρευνα εξετάζει τη δαπάνη, τα σημεία αγοράς, τα κίνητρα κατανάλωσης και τη στάση των καταναλωτών απέναντι στις διαθέσιμες επιλογές έτοιμου φαγητού, με ιδιαίτερη έμφαση στις προτάσεις των σούπερ μάρκετ.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μέση εβδομαδιαία δαπάνη για έτοιμο φαγητό διαμορφώνεται στα 14,79 ευρώ ανά νοικοκυριό, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 770 ευρώ ετησίως. Παράλληλα, τα σούπερ μάρκετ έχουν σχεδόν διπλασιάσει το ποσοστό των καταναλωτών που τα επιλέγουν για αγορά έτοιμου φαγητού σε σύγκριση με το 2016.
Το 39% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν αγοράζει ποτέ έτοιμο φαγητό, ποσοστό χαμηλότερο από το 45% που καταγραφόταν πριν από μία δεκαετία, γεγονός που δείχνει τη σταδιακή διεύρυνση της συγκεκριμένης αγοράς.
Σε ό,τι αφορά τα σημεία αγοράς, το 29% των καταναλωτών επιλέγει πλέον τα καταστήματα πώλησης τροφίμων για έτοιμα μαγειρεμένα γεύματα, έναντι μόλις 16% το 2016. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στις επενδύσεις των οργανωμένων αλυσίδων στη διεύρυνση της γκάμας προϊόντων και στη βελτίωση της ποιότητάς τους.
Ιδιαίτερα υψηλή είναι και η εξοικείωση των καταναλωτών με τις έτοιμες επιλογές των σούπερ μάρκετ. Προϊόντα όπως το ψητό κοτόπουλο, οι σαλάτες, τα σφολιατοειδή και διάφορα μαγειρευτά συγκεντρώνουν υψηλά ποσοστά δοκιμής, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ανάπτυξη της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Από όσους αγοράζουν έτοιμο φαγητό, οι περισσότεροι διατηρούν σχετικά περιορισμένες εβδομαδιαίες δαπάνες. Συγκεκριμένα, το 19% δαπανά από 11 έως 20 ευρώ την εβδομάδα, το 11% από 6 έως 10 ευρώ, ενώ το 7% δεν ξεπερνά τα 5 ευρώ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι το έτοιμο φαγητό εξακολουθεί να αποτελεί κυρίως συμπληρωματική επιλογή και όχι βασική μορφή διατροφής.
Ως βασικότερος λόγος αγοράς αναδεικνύεται η έλλειψη χρόνου για μαγείρεμα, με το 41% των καταναλωτών να δηλώνει ότι καταφεύγει σε έτοιμα γεύματα όταν δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει. Ένα ακόμη 19% θεωρεί ότι δεν συμφέρει να ετοιμάζει φαγητό για λίγα μόνο άτομα, γεγονός που ενισχύει την επιλογή των έτοιμων λύσεων.
Παρά τη σταδιακή ανάπτυξη της αγοράς, η αντίληψη των καταναλωτών παραμένει σταθερή: το σπιτικό φαγητό θεωρείται πιο υγιεινό και πιο γευστικό, ενώ τα έτοιμα γεύματα καλύπτουν κυρίως ανάγκες ευκολίας, ταχύτητας και εξοικονόμησης χρόνου.
Τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνουν ότι η αγορά του έτοιμου φαγητού ωριμάζει και διευρύνεται με σταθερούς ρυθμούς, ανταποκρινόμενη στις ανάγκες της σύγχρονης καθημερινότητας. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση του ρόλου των σούπερ μάρκετ αναδεικνύει τη δυναμική του οργανωμένου λιανεμπορίου στον συγκεκριμένο τομέα. Ωστόσο, παρά την αυξημένη διείσδυση των έτοιμων γευμάτων, οι Έλληνες εξακολουθούν να θεωρούν το σπιτικό φαγητό αναντικατάστατο, επιλέγοντας τα έτοιμα γεύματα κυρίως ως μια πρακτική λύση όταν οι απαιτήσεις της ημέρας δεν αφήνουν περιθώρια για μαγείρεμα.

















