Σε μια περίοδο που η συζήτηση για τις τιμές των βασικών αγαθών παραμένει έντονη, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς (ΕΒΕΠ) επανέρχεται με προτάσεις για την επόμενη μέρα της αγοράς τροφίμων, μετά την κατάργηση του θεσμοθετημένου πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους. Ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου, Βασίλης Κορκίδης, υπογραμμίζει την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου αυτορρύθμισης, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την πολιτεία.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΕΒΕΠ καταθέτει τρεις βασικές προτάσεις για τον κλάδο. Πρώτον, εισηγείται τη δημιουργία ειδικού φορολογικού καθεστώτος που θα ενθαρρύνει επενδύσεις των επιχειρήσεων τροφίμων και των αλυσίδων σούπερ μάρκετ στην ελληνική παραγωγή, μέσω σχηματισμού αφορολόγητου αποθεματικού από τα εταιρικά κέρδη.

Δεύτερον, προτείνει την αναδιάρθρωση του ΦΠΑ με αντικατάσταση των τριών υφιστάμενων συντελεστών από δύο σταθερούς, με βάση τον πραγματικό μέσο σταθμισμένο συντελεστή των σούπερ μάρκετ, ο οποίος εκτιμάται από το Επιμελητήριο γύρω στο 11% επί της καθαρής αξίας των προϊόντων.

Τρίτον, απευθύνει κάλεσμα προς τις αλυσίδες τροφίμων να συμμετάσχουν ενεργά στις θερινές εκπτώσεις Ιουλίου–Αυγούστου, ως ένδειξη κοινωνικής υπευθυνότητας προς τους καταναλωτές.

Το ΕΒΕΠ επισημαίνει ότι το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων αποτελεί σταθερό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, καθώς η ζήτηση για βασικά αγαθά παραμένει ανθεκτική ακόμη και σε περιόδους οικονομικών πιέσεων. Παράλληλα, το Επιμελητήριο αναφέρει ότι ο κλάδος αποτελεί σημαντική πηγή εσόδων από έμμεσους φόρους, με τον πραγματικό σταθμισμένο συντελεστή ΦΠΑ να υπολογίζεται στο 11%–12%. Οι εισπράξεις ΦΠΑ από τα σούπερ μάρκετ εκτιμώνται σε 1,80–1,90 δισ. ευρώ για το 2025, ενώ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 φτάνουν περίπου στο 1,02 δισ. ευρώ. Όπως σημειώνεται, περίπου το ένα τέταρτο των συνολικών εσόδων ΦΠΑ από την ιδιωτική κατανάλωση προέρχεται από αγορές τροφίμων και βασικών ειδών.

Τέλος, το ΕΒΕΠ τονίζει ότι παρά τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών, οι καταναλωτές δεν μείωσαν τις αγορές ειδών πρώτης ανάγκης, αλλά προσαρμόστηκαν επιλέγοντας περισσότερο προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και αξιοποιώντας τις προσφορές των καταστημάτων.