Σε μια περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στο οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων αλλάζουν, οι επιχειρήσεις των σούπερ μάρκετ βρίσκονται μπροστά στην ανάγκη να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού, η συγκέντρωση της αγοράς, οι πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και οι νέες καταναλωτικές συνήθειες διαμορφώνουν ένα διαφορετικό επιχειρηματικό περιβάλλον, στο οποίο η ανάπτυξη δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις πωλήσεις, αλλά και από την ικανότητα δημιουργίας νέων πηγών εσόδων. Τις αλλαγές αυτές καταγράφει νέα μελέτη της EY-Parthenon, η οποία αναλύει τις προοπτικές του κλάδου στην Ελλάδα και διεθνώς, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες που διαμορφώνονται για τις επιχειρήσεις.
Την περίοδο 2020-2025, η παγκόσμια αγορά λιανικής τροφίμων επέδειξε ανθεκτικότητα, φτάνοντας περίπου τα 11,3 τρισ. ευρώ το 2025, με σύνθετο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης (CAGR) 4%. Αντίστοιχη πορεία ακολούθησε και η ελληνική αγορά, με την οργανωμένη λιανική τροφίμων να ανέρχεται στα 16 δισ. ευρώ το 2025, από 12 δισ. ευρώ το 2020, καταγράφοντας ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης περίπου 6%. Ωστόσο, η αύξηση του τζίρου δεν αποτυπώνει απαραίτητα και αντίστοιχη αύξηση της κατανάλωσης, καθώς σημαντικό μέρος της συνδέεται με τις πληθωριστικές ανατιμήσεις. Την ίδια στιγμή, η ενίσχυση της κερδοφορίας εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές προκλήσεις για τον κλάδο.
Μεγαλύτερη συγκέντρωση στην ελληνική αγορά
Παράλληλα, ενισχύεται η τάση συγκέντρωσης της αγοράς, με τις έξι μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ να αντιπροσωπεύουν το 71% της οργανωμένης αγοράς το 2025. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τον αυξανόμενο ρόλο των μεγάλων επιχειρήσεων και την ανάγκη για επενδύσεις, αναβάθμιση υποδομών και διαφοροποίηση των υπηρεσιών τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι μεγάλες αλυσίδες αναζητούν πλέον ευκαιρίες ανάπτυξης πέρα από την παραδοσιακή δραστηριότητα της πώλησης τροφίμων. Ενισχύουν τον ρόλο τους στην προώθηση και εξαγωγή ελληνικών προϊόντων, επενδύουν σε σύγχρονα κέντρα logistics και αναπτύσσουν νέα μοντέλα καταστημάτων, που συνδυάζουν τις αγορές με την εστίαση και άλλες υπηρεσίες. Ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει και η τουριστική ζήτηση, η οποία δημιουργεί πρόσθετες προοπτικές ανάπτυξης, κυρίως στις νησιωτικές περιοχές.
Όπως επισημαίνει ο Δημήτρης Παπακανέλλου, εταίρος της EY-Parthenon στην Ελλάδα, οι περιορισμένες δυνατότητες ανάπτυξης μέσω της αύξησης της κατανάλωσης καθιστούν αναγκαία την αναθεώρηση των επιχειρηματικών προτεραιοτήτων. Η αξιοποίηση δεδομένων και τεχνολογίας μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση των προωθητικών ενεργειών, στη διαχείριση του προϊοντικού χαρτοφυλακίου και στην ενίσχυση της λειτουργικής αποδοτικότητας.
Παράλληλα, σημαντικές προοπτικές δημιουργούν νέα επιχειρηματικά μοντέλα και πηγές εσόδων, όπως τα retail media, τα marketplaces και οι ολοκληρωμένες λύσεις γεύματος.
Ο καταναλωτής αλλάζει τα δεδομένα
Την ίδια στιγμή, μεταβάλλονται και τα κριτήρια με τα οποία οι καταναλωτές αξιολογούν τα προϊόντα και επιλέγουν πού θα πραγματοποιήσουν τις αγορές τους. Η τιμή εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για την αγορά φρέσκων τροφίμων, με ποσοστό 52%.
Ωστόσο, η ποιότητα και η υγιεινή διατροφή αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Σύμφωνα με την καταναλωτική έρευνα της EY Ελλάδος για το 2025, το 39% των ερωτηθέντων θεωρεί την ποιότητα βασική προτεραιότητα, ενώ το 44% λαμβάνει υπόψη κατά πόσο ένα προϊόν είναι υγιεινό και συμβάλλει στη συνολική ευεξία.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η έννοια της αξίας δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στη χαμηλή τιμή, αλλά συνδέεται όλο και περισσότερο με την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος.
Νέες πηγές εσόδων και διαφοροποίηση
Σύμφωνα με τη μελέτη, σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης προκύπτουν από την αξιοποίηση της μεγάλης πελατειακής βάσης των σούπερ μάρκετ, της συχνής επισκεψιμότητας των καταστημάτων και των δεδομένων που συγκεντρώνουν απευθείας από τους πελάτες τους (first-party data).
Τα δεδομένα αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη στοχευμένων διαφημιστικών και προωθητικών ενεργειών μέσα από τις ιστοσελίδες, τις εφαρμογές και τα φυσικά καταστήματα, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες εσόδων μέσω των retail media.
Επιπλέον, οι συνεργασίες με τρίτα marketplaces διευρύνουν τις δυνατότητες εμπορικής δραστηριότητας, ενώ οι ολοκληρωμένες λύσεις γεύματος μέσα στα καταστήματα αποτελούν μία ακόμη κατεύθυνση διαφοροποίησης.
Σημαντικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η περαιτέρω ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (private label), με έμφαση σε premium, τοπικές και διαφοροποιημένες προτάσεις, οι οποίες μπορούν να ενισχύσουν τα περιθώρια κέρδους και να διευρύνουν τις επιλογές των καταναλωτών.
Η επόμενη ημέρα για τα σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα διαμορφώνεται, επομένως, γύρω από ένα ευρύτερο επιχειρηματικό μοντέλο. Η ανταγωνιστικότητα δεν θα κρίνεται μόνο στην τιμή και στην ποικιλία των προϊόντων, αλλά και στην τεχνολογία, στην εμπειρία του καταναλωτή, στις νέες υπηρεσίες και στην ικανότητα των επιχειρήσεων να δημιουργούν πρόσθετη αξία.

















