Περισσότεροι από 2 εκατομμύρια τόνοι τροφίμων καταλήγουν κάθε χρόνο στα απόβλητα στην Ελλάδα, την ώρα που το 12,7% του πληθυσμού αντιμετωπίζει επισιτιστική ανασφάλεια. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ-Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ), Απόστολος Πεταλάς, η χώρα καταλαμβάνει την τρίτη υψηλότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την κατά κεφαλήν παραγωγή τροφικών αποβλήτων, με περίπου 201 κιλά ανά κάτοικο ετησίως.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή των νοικοκυριών, τα οποία παράγουν περίπου 930.000 τόνους τροφικών αποβλήτων ετησίως, δηλαδή 89 κιλά ανά κάτοικο. Παράλληλα, η ελλιπής κατανόηση των ημερομηνιών επισήμανσης των τροφίμων επιτείνει το πρόβλημα. Μόλις το 22% των καταναλωτών κατανοεί σωστά την ένδειξη «ανάλωση κατά προτίμηση πριν από», γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη καλύτερης ενημέρωσης.

Αντίθετα με την εικόνα που συχνά επικρατεί, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων εκτιμάται ότι ευθύνεται μόλις για το 4%-5% της συνολικής σπατάλης. Η ΕΣΕ πραγματοποιεί έρευνα, σε συνεργασία με ακαδημαϊκούς και συμβούλους, για την αναλυτική καταγραφή των αποβλήτων στα σούπερ μάρκετ. Από πιλοτική καταγραφή σε 15 καταστήματα προέκυψε ότι η εβδομαδιαία παραγωγή αποβλήτων κυμαίνεται από έναν έως 15 τόνους ανά κατάστημα, ενώ η συνολική ετήσια ποσότητα εκτιμάται σε περίπου 100.000 τόνους.

Περίπου το 50% των αποβλήτων αφορά οργανικά υλικά από τη μαναβική, το 32% χαρτοκιβώτια και πλαστικό φιλμ, το 10% ζωικά υποπροϊόντα και το υπόλοιπο άλλες κατηγορίες. Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη καταγραφή των τροφίμων που αποσύρονται, δωρίζονται ή απορρίπτονται. Πολλά από αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν μέσω δωρεών, κομποστοποίησης, παραγωγής βιοαερίου ή ζωοτροφών, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

Ο κ. Πεταλάς προτείνει τρεις βασικές παρεμβάσεις για τη βελτίωση της διαχείρισης: εφαρμογή συστήματος χρέωσης βάσει του βάρους των αποβλήτων (PAYT), υποχρεωτικό διαχωρισμό των απορριμμάτων και ενιαία καταγραφή και δημοσιοποίηση δεδομένων ανά αλυσίδα και κατάστημα. Σήμερα, η δημοτική χρέωση βασίζεται κυρίως στα τετραγωνικά μέτρα των καταστημάτων και όχι στην πραγματική ποσότητα αποβλήτων που παράγεται.

Οι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2030 προβλέπουν μείωση των αποβλήτων τροφίμων κατά 10% στην επεξεργασία και μεταποίηση και κατά 30% κατά κεφαλήν στο λιανεμπόριο, στη διανομή, στην εστίαση και στα νοικοκυριά, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της περιόδου 2021-2023.

Στο πλαίσιο αυτό, το Εθελοντικό Σύμφωνο Συνεργασίας που υπέγραψε η ΕΣΕ με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας τίθεται σε εφαρμογή τον Σεπτέμβριο του 2026. Οι 19 επιχειρήσεις-μέλη της Ένωσης συντονίζουν τις δράσεις τους με στόχο την πρόληψη της σπατάλης, την καλύτερη διαχείριση των αποθεμάτων, την ενίσχυση των δωρεών και την ενημέρωση εργαζομένων και καταναλωτών. Όπως υπογραμμίζει η ΕΣΕ, η αξιόπιστη καταγραφή αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε η μείωση της σπατάλης να περάσει από τις διαπιστώσεις σε μετρήσιμα αποτελέσματα.