Αλλαντικά Επενδύοντας και σε καινούργια προϊόντα που ξεχωρίζουν για την καινοτομία τους, ο κλάδος των αλλαντικών έχει καταφέρει να αντεπεξέλθει στην κρίση και να ενισχύσει την παρουσία του στα ψυγεία και των ελληνικών μίνι μάρκετ, παραμένοντας σημαντικός γενικότερα για τη μικρή λιανική.

Της Ελένης Σαραντάκη

Ενισχύονται οι πωλήσεις στα μίνι μάρκετ

ΑλλαντικάΗ δεκαετής οικονομική ύφεση, που άσκησε σημαντικές πιέσεις σχεδόν σε όλους τους κλάδους της εγχώριας οικονομίας, δεν άφησε αλώβητο το κανάλι των αλλαντικών, παρά το γεγονός ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων καταναλωτών προτιμά τα εγχώρια προϊόντα. Ο περιορισμός του εισοδήματος των νοικοκυριών, σε συνδυασμό με τις νέες πιο υγιεινές διατροφικές τάσεις, που διαμορφώθηκαν σταδιακά τα τελευταία χρόνια, άλλαξαν τα δεδομένα για τις αλλαντοβιομηχανίες. Μέχρι το 2009, τα στοιχεία της αγοράς έδειχναν ότι ο κλάδος ήταν πολλά υποσχόμενος, όμως, οι εξελίξεις από εκείνο το χρονικό σημείο μέχρι το 2016, οδήγησαν σε μια τελείως διαφορετική εικόνα. Ενώ την πενταετία 2005-2009 αυξήθηκε το συνολικό μέγεθος της εγχώριας αγοράς, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανόδου 0,76%, ακολούθησε επιβράδυνση της ανάπτυξης, κάμψη και σημαντική πτώση, την οποία κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα μέχρι και το 2017.

Παρά τις αντίξοες συνθήκες, την τελευταία διετία, ο κλάδος παρουσίασε σημάδια ανάκαμψης. Σύμφωνα με σχετική έρευνα της Infobank Hellastat Α.Ε., το 2017 η αγορά κινήθηκε ελαφρώς ανοδικά, καθώς το πρώτο εννιάμηνο του έτους σημειώθηκε αύξηση 2,1% σε αξία πωλήσεων και 6,9% σε όγκο, με θετικές παραμέτρους να αποτελούν η στροφή των καταναλωτών σε νέους premium κωδικούς κι η σταδιακή επαναφορά της λειτουργίας της αλυσίδας Μαρινόπουλος, μετά την εξαγορά της από τον Σκλαβενίτη. Ένα από τα βασικά προβλήματα, που παραδοσιακά ταλάνιζε τον κλάδο των αλλαντικών, ήταν το χαμηλό ποσοστό εξαγωγών, το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι εταιρείες, προκειμένου να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της κρίσης. Η ανάπτυξη εξωστρέφειας για τις μεγάλες αλλαντοβιομηχανίες έγινε μονόδρομος, καθώς άρχισαν να καταβάλλουν προσπάθειες να αυξήσουν τις εξαγωγές τους και να παραχωρήσουν προς ενοικίαση τις πατέντες τους σε ξένες βιομηχανίες. Η δραστηριότητα στο εξωτερικό επέτρεψε στις ελληνικές επιχειρήσεις να απεμπλακούν από το στενό όριο της εγχώριας αγοράς, αντισταθμίζοντας έτσι τις εσωτερικές απώλειες και τροφοδοτώντας την ανάπτυξή τους.

Η αγορά των αλλαντικών εμφανίζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με τις τρεις μεγάλες βιομηχανίες, Creta Farms, Υφαντής και Νίκας, να κατέχουν περίπου το 60% του συνολικού τζίρου.

Οι μεγάλοι «παίκτες» της αγοράς

Η αγορά των αλλαντικών εμφανίζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με τις τρεις μεγάλες βιομηχανίες, Creta Farms, Υφαντής και Νίκας, να κατέχουν περίπου το 60% του συνολικού τζίρου. Οι βιομηχανίες αυτές παράγουν ευρεία γκάμα προϊόντων, που φέρουν εδραιωμένα εμπορικά σήματα, καλύπτοντας το σύνολο σχεδόν της αγοράς πανελλαδικά. Οι όμιλοι αυτοί έχουν επεκτείνει την προϊοντική τους βάση, παράγοντας και διαθέτοντας και κατεψυγμένα κρεατοσκευάσματα και προϊόντα κρέατος, λαχανικά, σαλάτες και πίτσες. Συγκεκριμένα, η κρητική αλλαντοβιομηχανία Creta Farms, παρά τα πολλαπλά διοικητικά προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει, διατήρησε την ηγετική θέση στον κλάδο των αλλαντικών για το 2018, με μερίδιο αγοράς που ξεπέρασε το 26%, και σημείωσε αύξηση των πωλήσεων, οι οποίες ανήλθαν στα 117,8 εκατ. ευρώ, εμφανίζοντας αύξηση 9%, σε σχέση με τη χρήση 2017.

Αλλαντικά

Η εταιρεία Νίκας, το πρώτο εξάμηνο του 2019, κατέγραψε αύξηση των πωλήσεων κατά 2,11% στα 19,7 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, η εταιρεία αύξησε το μερίδιό της στο σύνολο της αγοράς αλλαντικών σε όγκο κατά 1,6 ποσοστιαίες μονάδες, από 15,7 % στο α’ εξάμηνο του 2018 σε 17,3% την τρέχουσα αντίστοιχη περίοδο, γεγονός που σχετίζεται με τα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο βασικότερος ανταγωνιστής της Creta Farms. «Κερδισμένη» από την κρίση της Creta Farms βγήκε κι η αλλαντοβιομηχανία, Υφαντής, η οποία βέβαια πλέον έχει μετεξελιχθεί σε έναν όμιλο τροφίμων με δραστηριότητες και πέρα από τα αλλαντικά. Το 2018, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η εταιρεία πραγματοποίησε ενοποιημένες πωλήσεις περίπου 146 εκατ. ευρώ, έναντι 133,8 εκατ. ευρώ το 2017, ενώ τα λειτουργικά της κέρδη διαμορφώθηκαν σε 12,5 εκατ. ευρώ από 10,1 εκατ. ευρώ το 2017.
Πρόκειται για έναν κλάδο, ο τζίρος του οποίου υπολογίζεται στα 300-350 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με πηγές της αγοράς, το α’ εξάμηνο του 2019, στην αγορά αλλαντικών καταγράφηκε αύξηση 5,4% αναφορικά με τους όγκους πωλήσεων και αύξηση κατά 5,6% όσον αφορά τις αξίες σε σχέση με πέρσι. Εκπλήξεις, όμως, αναμένεται να σημειωθούν στα νούμερα του β’ εξαμήνου, εξαιτίας της κρίσης που αντιμετώπισε ο μεγάλος «παίκτης» της αγοράς, Creta Farms.

«Κεφάλαιο» Creta Farms

ΑλλαντικάH Creta Farms διατηρεί την ηγετική θέση της στην αγορά, με μερίδιο αγοράς της τάξης του 26%, η οποία υποστηρίζεται κατά κύριο λόγο από το brand name του Εν Ελλάδι. Με όχημα το Εν Ελλάδι, μάλιστα, η Creta Farms έφερε καινοτομίες και στην κατηγορία της κατάψυξης με τον προψημένο γύρο κι άλλα προϊόντα, που καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στην αγορά του Precooked Frozen Meat. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη διάρκεια του 2019, η εταιρεία βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση, μέσα σε αντιδικίες μεταξύ των ιδιοκτητών της, που οδήγησαν ακόμη και σε παύση της λειτουργίας της. Το ζήτημα απασχόλησε και συνεχίζει να απασχολεί ακόμη και σε πολιτικό επίπεδο. Η γενικευμένη κρίση στην Creta Farms αναμένεται να διαφοροποιήσει την εικόνα της εγχώριας βιομηχανίας αλλαντικών, δίνοντας την ευκαιρία στους βασικούς ανταγωνιστές της να αυξήσουν το μερίδιό τους. Τα προϊόντα όμως ιδιωτικής ετικέτας στο κανάλι των αλλαντικών εξακολουθούν να εμφανίζουν πτωτικές τάσεις.

Οι προτιμήσεις των καταναλωτών κι οι προσφορές

Παρά το γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό των εγχώριων καταναλωτών συνεχίζει να στηρίζει τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, στον τομέα των αλλαντικών, τα Private Label σημείωσαν απώλειες το 2017, με την κατηγορία να υποχωρεί κατά 3,3% σε αξία και 2,2% σε όγκο. Βασικός λόγος της συγκεκριμένης τάσης είναι το γεγονός ότι τα εκτεταμένα προγράμματα προσφορών στα επώνυμα προϊόντα προσελκύουν αρκετούς καταναλωτές. Οι πιέσεις που παρατηρήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στην αξία πωλήσεων οφείλονται στα έντονα προγράμματα προσφορών που εφαρμόζουν οι βιομηχανίες, προκειμένου να συγκρατήσουν την πτώση της ζήτησης, πολιτική που υπαγορεύεται από το άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον του κλάδου, με αρνητικές ωστόσο συνέπειες στο περιθώριο κέρδους και στη στροφή των καταναλωτών σε προϊόντα που βρίσκονται υπό προσφορά.

Αλλαντικά

Η εξέλιξη αυτή έχει σημαντική επίπτωση στο σύνολο της κατηγορίας, καθώς το 29%-30% του συνολικού όγκου των αλλαντικών που διαθέτουν τα σούπερ μάρκετ είναι ιδιωτικής ετικέτας. Σύμφωνα και με πρόσφατη έρευνα του ΙΕΛΚΑ, οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται το τελευταίο χρονικό διάστημα να πραγματοποιούν «στροφή» στην ποιότητα, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τα προϊόντα που είναι απλώς οικονομικά. Παράλληλα, ένα σημαντικό μέρος του καταναλωτικού κοινού επιλέγει premium καινοτόμους κωδικούς, με γνώμονα το δίπτυχο «ποιότητα-τιμή», ώστε να καλύπτονται πιο άμεσα οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες κι η στροφή σε πιο υγιεινά πρότυπα διατροφής. Πλέον, στα ράφια των σούπερ μάρκετ και της μικρής λιανικής διατίθενται προϊόντα, όπως αλλαντικά χωρίς γλουτένη, με μειωμένο αλάτι, με φρέσκο κρέας, με παραδοσιακές τεχνικές παραγωγής.