Με επενδύσεις

Με επενδύσεις «χτυπά» η ΕΛΟΠΥ τα τουρκικά ψάρια. 

Στο πλαίσιο της καθιέρωσης του σήματος «Fish from Greece-Ελληνικό Ψάρι», η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) προχωρά σε επενδύσεις ύψους 1,6 – 1,7 εκατ. ευρώ το 2019 και συνολικά 7 εκατ. ευρώ την επόμενη τριετία προχωρά.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΛΟΠΥ, Απόστολο Τουραλιά, ο κλάδος της υδατοκαλλιέργειας είναι από τους πιο δυναμικά αναπτυσσόμενους, αλλά και πιο καινοτόμους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. H ελληνική παραγωγή τσιπούρας και λαβρακιού αντιπροσωπεύει σήμερα περισσότερο από το 60% της παραγωγής της ΕΕ και κοντά στο 30% της παραγωγής των μεσογειακών ειδών, ενώ το ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας βρίσκεται στη δεύτερη θέση των εξαγωγών της Ελλάδας σε αγροτικά προϊόντα, με ετήσιο τζίρο που ξεπερνά τα 700 εκατ. ευρώ.

Στόχος είναι η ανάπτυξη της παραγωγής, προκειμένου οι ελληνικές επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση για τα προϊόντα μεσογειακής υδατοκαλλιέργειας και να ανακτήσουν τα μερίδια αγοράς που απώλεσαν τα ελληνικά ψάρια τα τελευταία χρόνια.

Βασικές αγορές για τα προϊόντα αποτελούν η Ελλάδα και η Ιταλία, ενώ επόμενες αγορές-στόχοι είναι η Γαλλία και η Γερμανία. Αναφορικά με την ελληνική αγορά, ο κ. Τουραλιάς τόνισε ότι σήμερα η κατανάλωση ανέρχεται σε 20.000 τόνους, ενώ στόχος σε βάθος τριετίας είναι να φτάσει τους 40.000 τόνους μέσα από τον σχεδιασμό και την υλοποίηση προωθητικών ενεργειών από την ΕΛΟΠΥ. Στην Ιταλία, κύριος στόχος είναι, σύμφωνα με τον κ. Τουραλιά, να πεισθούν οι καταναλωτές ότι τα ελληνικά προϊόντα είναι καλύτερα από τα τουρκικά και να ισχυροποιηθεί το ελληνικό προϊόν.

Ερωτηθείς σχετικά με τις τιμές των ψαριών αλλά και τις πιέσεις από τον ανταγωνισμό, ο κ. Τουραλιάς απάντησε ότι οι τιμές το 2019 κινούνται σε χαμηλά επίπεδα με κύριο ανταγωνιστή την Τουρκία, στην οποία παρέχεται η δυνατότητα να παράγει το προϊόν της με χαμηλότερο κόστος και να το διαθέτει αδασμολόγητο στην ευρωπαϊκή αγορά. Όπως πρόσθεσε, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2018, η Τουρκία έχει φτάσει σε μία παραγωγή γύρω στους 190.000 τόνους από 20.0000 τόνους το 2002, με το μεγαλύτερο μέρος της να κατευθύνεται σε χώρες της ΕΕ.