ΟΟΣΑ: Μείωση των φορολογικών εσόδων από τη μεταβολή του ΦΠΑ. 

H ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διατηρήσει τη δυναμική της, με το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της χώρας να αυξάνεται με ρυθμό 2% ή λίγο υψηλότερα το 2019 και το 2020 έναντι αύξησης 1,9% το 2018, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεση του ΟΟΣΑ (OECD Economic Outlook). Από τον πίνακα της έκθεσης προκύπτει ότι ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1% φέτος και 2% το 2020.

Όσον αφορά στα δημοσιονομικά, η έκθεση αναφέρει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού ανήλθε στο 4,2% του ΑΕΠ το 2018. Τα ισχυρά έσοδα – όπως αυτά του ΦΠΑ από τις δαπάνες των τουριστών – και οι χαμηλότερες από τις προγραμματισμένες δημόσιες επενδύσεις συνέβαλαν στην υπεραπόδοση, σημειώνει. Για τον προϋπολογισμό του 2019 σημειώνει ότι διατηρείται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, αλλά «υπάρχουν κίνδυνοι στη διαχείριση των δαπανών λόγω των ληξιπρόθεσμων πληρωμών και τις πιέσεις στις δαπάνες μισθοδοσίας του Δημοσίου που προκύπτουν κυρίως από δικαστικές αποφάσεις».

Για τα πρόσφατα δημοσιονομικά μέτρα, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι θα μειώσουν τα φορολογικά έσοδα, κυρίως με τη μείωση ορισμένων συντελεστών ΦΠΑ και την αύξηση των δαπανών, κυρίως για τις συντάξεις, από το 2019. «Τα μελλοντικά δημοσιονομικά μέτρα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα τις επενδύσεις στις υποδομές και τις δεξιότητες, την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών και των ελέγχων. Τα μέτρα αυτά, μαζί με τη μεγαλύτερη πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της δημόσιας διοίκηση, την ανάπτυξη της εξωδικαστικής μεσολάβησης και την ιδιωτικοποίηση κρατικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και θα μειώσουν τα εμπόδια στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, ενώ θα στηρίξουν τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους», τονίζει η έκθεση.

Η έκθεση καταλήγει, σημειώνοντας: «Αποκλίσεις από την τρέχουσα μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική θα υπονόμευε τα κέρδη στη δημοσιονομική αξιοπιστία. Οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, της ανταγωνιστικότητας και της υγείας των τραπεζών θα δημιουργούσαν καθοδικούς κινδύνους στην προβλεπόμενη ανάκαμψη των επενδύσεων. Μία πτώση του τουρισμού ως αποτέλεσμα ενός άτακτου Brexit θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία μεγαλύτερη επιβράδυνση των εξαγωγών. Τα πρόσφατα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταχύτερα από το αναμενόμενο αποτελέσματα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνης και βελτιώνοντας περαιτέρω τις επενδυτικές προοπτικές».